ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Χορδόφωνα ή έγχορδα είναι τα όργανα στα οποία ένα τουλάχιστον τεντωμένο σώμα (χορδή) ταλαντώνεται και ηχεί. Στην οικογένεια των χορδόφωνων διακρίνουμε όργανα με κουτί ( ηχείο) και βραχίονα καθώς και όργανα με κουτί χωρίς βραχίονα. Τα χορδόφωνα με κουτί που δεν έχουν βραχίονα και οι χορδές ηχούν από γέφυρα σε γέφυρα, από καβαλάρη σε καβαλάρη ονομάζονται ψαλτήρια. Το ψαλτήριο ήταν γνωστό στους αρχαίους Έλληνες, παιζόταν με τα δάκτυλα, και ανήκει στην οικογένεια της άρπας. Ο Galpin γράφει πως «απ' τη Μ. Ασία το πολύχορδο ψαλτήριο πέρασε στη Μεσοποταμία και στη Περσία». Με το χρόνο έγινε διαχωρισμός του τρόπου παιξίματος, με αποτέλεσμα να σχηματιστούν δύο ξεχωριστοί τύποι ψαλτηρίου. Ο κανών (qanun) και το σαντούρι (santur - santir). Η ονομασία qanun προέρχεται από την ελληνική λέξη «κανών» που σημαίνει νόμος διάταξη. Όπως υποστηρίζει ο Φάρμερ, ο κανών ήταν ένα μονόχορδο με το οποίο ο Πυθαγόρας έκανε επιστημονικά πειράματα, με σκοπό να εξακριβώσει τους μουσικούς φθόγγους ανάλογα με το μήκος και το πάχος της χορδής.
Ο Al-Farabi (9ος αι.μ.Χ.) εφάρμοσε την Πυθαγόρεια κλίμακα στο ψαλτήριο το οποίο επιβλήθηκε από τους Άραβες με το όνομα Qanun. Ο τύπος του Ψαλτηρίου που παιζόταν με μπαγκέτες, επικράτησε στους λαούς της Μεσοποταμίας με το όνομα santur - santir. Η λέξη santur προέρχεται κατά μία εκδοχή, από το αρχαίο ελληνικό ψαλτήριο (ψάλλω - τραγουδώ). Οι λαοί που το χρησιμοποίησαν το μετονόμασαν σε ψάλτινξ, σάλινξ, σαλτήρ, σαντίρ, σαντούρ, διότι στο αλφάβητό τους δεν έχουν το σύμφωνο «ψ», και επειδή η προφορά του ήταν προφανώς δύσκολη. Έτσι επεκράτησε και διαδόθηκε με το όνομα santur-santir.
Κάποιοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το σαντούρι δημιουργήθηκε στο Βυζάντιο και από εκεί δια μέσου του Δούναβη και της Βοημίας έφθασε στη Δύση τον 15ο αιώνα, όπου και εξελίχθηκε. Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι δημιουργήθηκε στο χώρο της Αραβίας τον 13ο αιώνα , επεκράτησε στους λαούς της Μεσοποταμίας με το όνομα santur και δια μέσου του Βυζαντίου έφθασε στη Δύση τον 14ο αιώνα. Την εποχή αυτή Έλληνες λόγιοι και τεχνίτες έρχονταν στις χώρες του Δούναβη και της Βοημίας σαν προσκεκλημένοι των αρχόντων της Μολδοβλαχίας για να τους μεταδώσουν τη γνώση και το πολιτισμό. Είναι πολύ πιθανό οι Έλληνες να διέδωσαν το τραπεζοειδές σαντούρι στους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης.
Ο Paulus Paulirinus το αναφέρει γύρω στο 1460 στη Γερμανία με το όνομα «dulce melos». Παράλληλα με το τραπεζοειδές, αναπτύχθηκε και το ορθογώνιο σαντούρι. Με τη πάροδο του χρόνου έγιναν βελτιώσεις και αλλαγές ως προς τον αριθμό των χορδών και την τοποθέτηση των κλειδιών. Επικράτησε το τραπεζοειδές σχήμα και δημιουργήθηκαν σαντούρια με κινητές γέφυρες, με σταθερές γέφυρες και με τα δυο είδη γεφυρών (καβαλάρηδων). Ανάλογο με τις γέφυρες γίνεται και το ανάλογο κούρδισμα. Έχουμε λοιπόν σαντούρια που κουρδίζονται χρωματικά, άλλα διατονικά και άλλα ανάλογα με το «δρόμο» που θέλει να παίξει ο μουσικός. Στη πορεία η ονομασία santur, αντικαταστάθηκε με άλλες. Έτσι στην Ελβετία και Γερμανία λέγεται hackbrett, στη Ρωσία chang, στην Ουγγαρία cimbalom, στη Ρουμανία tambal, στη Κίνα yang chin κ.ο.κ.
Στη παραπέρα εξέλιξη του σαντουριού βοήθησε ο Pantaleon Hebenstreit. Το 1690 κατασκεύασε ένα σαντούρι με δυο οκτάβες και το 1717 έδειξε τους μουσικούς του θησαυρούς παίζοντας πρελούδιο, φαντασία, φούγκα και καπρίτσιο με αποτέλεσμα να το κάνει γνωστό όχι μόνο στη Γαλλική αυλή αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Έτσι, από λαϊκό όργανο που ήταν, τον 18ο αιώνα έγινε όργανο του σαλονιού. Οι βελτιώσεις συνεχίστηκαν και στο δεύτερο μισό του 19ου αι., όπου το 1875 οι N.I. και D.I.Schunda , κατασκεύασαν το διατονικά κουρδισμένο cimbalom. Σύμφωνα με την άποψη των ερευνητών, το σαντούρι έφθασε στη Κίνα (yang chin) την Ινδία (santur) και τη Κορέα (yang koum) τον 18ο αι., πιθανώς από τη Περσία , αλλά πιθανώς και από τη Δυτική Ευρώπη.